Νέα

Αντίπαρος: 24 ώρες στο κουκλίστικο νησάκι των Κυκλάδων

Eνα και μοναδικό χωριό, ένα κάστρο. Oλα τα άλλα εν αφθονία. Κεριά καίνε σε απομακρυσμένα ξωκλήσια, οι σταλακτίτες χτίζουν το δικό τους βασίλειο, σε ένα νησί που, μπορεί να είναι από τα πιο μικρά των Κυκλάδων, αλλά αν δεν το θες, δεν θα σε ενοχλήσει κανείς.

Αρμύρα. Οπου κι αν στέκεσαι. Νησιά ολόγυρά σου. Κέδροι, σπηλιές σκαμμένες στη θάλασσα, στα βάθη της γης, ψαραλυκές. Απομονωμένοι κόλποι, γλυπτά ακρωτήρια, ατέρμονες ξερολιθιές και άμμος, αρμυρίκια. Με την άκρη του ματιού βλέπεις τη Χώρα. Τους γλάρους να ζυγώνουν στο λιμάνι.

Ακολουθούν τις ψαρόβαρκες, με τα ονόματα τα θηλυκά, αφιερωμένες πάντα σε κάποια γυναίκα. «Μαρία» διαβάζεις, «Χρυσούλα»∙ ίσως δέσει και μια «Μανταλένα», να θυμίσει τα παλιά. Εκατοντάδες αγάπες χαραγμένες σε ξύλινα σκαριά αρμενίζουν στα ανοιχτά της Αντιπάρου, τυλίγουν στα δίχτυα τους 1.180 ψυχές, που έμαθαν να ζουν απλά, με αυτάρκεια, «καρφιτσωμένες» στο μικρό της λιμάνι.


Χίλιες καλημέρες ακούς το πρωί, όταν ο ένας και μοναδικός οικισμός ξυπνά γύρω απ' το ενετικό κάστρο. Μέσα σε «τρίγωνα», πλακόστρωτα και ολόλευκες πλατείες ετοιμάζεται να υποδεχτεί τους επισκέπτες του καλοκαιριού, να μοιραστεί την καθημερινότητα. Απλώνει τραπέζια, στοιχίζει καθίσματα στην «πιάτσα», εκεί που πήδαγε τις φωτιές η Μανταλένα του ασπρόμαυρου φιλμ, εκεί που βρίσκεται η γοτθική είσοδος του κάστρου, εκεί που τον Αύγουστο επικρατεί το αδιαχώρητο.

Πόσα διακρίνεις μακριά από τον συνωστισμό! Το κυκλαδίτικο φως να λούζει τα γέρικα κλαδιά του ευκαλύπτου, να πυρώνει τα φύλλα μιας βουκαμβίλιας και γύρω τους γαλάζιες πόρτες να φτιασιδώνονται, σα να θέλουν να αναμετρηθούν κι αυτές με τους λαμπρούς χρωματισμούς. Ολα αστράφτουν, όλα αληθινά.

Παιδιά ξεχύνονται στην αγορά καβάλα σε ποδήλατα, απαγκιστρωμένα απ' τους μεγάλους κι ο Αϊ-Νικόλας στέκει μόνος, παρέα με το περίτεχνο τέμπλο και τα αρχαία του μάρμαρα. Δεν κατακλύζεται από πιστούς, πέρασε το μεγάλο πανηγύρι. Τα ζαχαρωτά και οι κουραμπιέδες θα κεραστούν πάλι τον Ιούλιο, στο γλέντι της Αγίας Μαρίνας του λιμανιού, μαζί με κεφαλοτύρια, ξυλάγγουρα, ντόπιο τσίπουρο, κρέατα και ψητά χταπόδια.


Εντός των τειχών περπατάς, αυτών που ύψωσε ο άρχοντας Λορεντάνο, κι οι τριώροφες κατοικίες μοιράζονται την κοινή αυλή με τις πολεμίστρες, το τελευταίο οχυρό που κατοικούν ακόμα. Ησυχία... Πολύχρωμες πόρτες με θέα σε σφαλιστές εκκλησιές, οικόσημα μπλεγμένα στην μπουγάδα.

Αν συνεχίσεις, θα βγεις στο Σιφνέικο, την αμμουδιά που παρέα με τον νησιώτη «γείτονα» αγναντεύει το πέλαγος βαμμένο σε βαθυκόκκινα ηλιοβασιλέματα. Κάποτε έστεκε γεμάτη κέδρους, μα τώρα, τα αειθαλή δέντρα σχηματίζουν συστάδες, βόρεια, στο κάμπινγκ, αγκαλιάζουν ένα άλλο σήμα κατατεθέν. Απέναντί τους, το Διπλό, ανάμεσά τους ένας αβαθής δίαυλος κι οι τολμηροί, με πόδια βουτηγμένα στη θάλασσα, περπατώντας «αλλάζουν» νησιά.

Εκτός των τειχών

Βάζεις σημάδια στον χάρτη. Στο κέντρο της Αντίπαρου το ξακουστό σπήλαιο. Νότια, ο όρμος της Φανερωμένης. Δυτικά, ο Αϊ-Γιώργης, το Δεσποτικό, τα Μοναστήρια, το Λιβάδι. Κάποτε Πάρος και Αντίπαρος ήταν ένα, τώρα ανάμεσά τους διοργανώνονται κολυμβητικοί αγώνες, βραχονησίδες επιπλέουν σε γαλαζοπράσινα νερά.

Πρώτη Ψαραλυκή, δεύτερη. Κορμιά σωριασμένα κάτω απ' τα αρμυρίκια. Στους βιότοπους, πίσω απ' την άμμο, τον χειμώνα καταφεύγουν χελιδόνια και αγριόχηνες, μα τώρα, αλόφυτα βλασταίνουν σε στερεμένα νερά. Οι οικογένειες έρχονται ως εδώ με τα πόδια, πάνω σε ποδήλατα, στο beach volley στήνονται μάχες ολκής.


Η πύλη του κάστρου

Παναγία, Γλυφά. Σχεδιάζεις βουτιές στους καλύτερους χταποδότοπους, ίσως «ψαρέψεις» και κανένα, σχεδόν «παραδίδονται», στο 'χουν πει: «ακόμα και τα μωρά τα πιάνουν με τα χέρια»!
Αγία Κυριακή, Απάντημα. Στον μόλο της βοτσαλωτής ακτής έδεναν από πάντα τα καΐκια. Αλλοτε φόρτωναν μεταλλεύματα, άλλοτε ξεφόρτωναν τουρίστες, οι οποίοι, καβάλα σε γαϊδούρια, ανηφόριζαν ως το σπήλαιο, να εντρυφήσουν στα απόκρυφα της γης.

Μετράς παραλίες. Δεν τέλειωσαν. Δεκάδες κόλποι περιμένουν να τους τιμήσεις. Στα ταβερνάκια που πλαισιώνουν τον Σωρό, πλήθος κόσμου γεύεται την αυθεντική, αντιπαριώτικη κουζίνα ενώ, αν πλησιάσεις στο μικρό εκκλησάκι του όρμου της Φανερωμένης, δεν θα σε προϋπαντήσει κανείς...

Μα εσύ σαν να τους βλέπεις. Τους γλεντζέδες που ήταν εκεί. Εχουν αφήσει «αποτυπώματα». Μια ψησταριά να στεγνώνει στον ήλιο, πλαστικές καρέκλες αφημένες στον άνεμο, άλλες καλά προφυλαγμένες στο εσωτερικό. Οι πέτρες της θάλασσας φιλοτεχνούν περίτεχνα σχέδια, οι παλιοί δρόμοι παραμένουν χωμάτινοι και συ αφήνεις πίσω σου σύννεφα σκόνης, νιώθεις την εξερεύνηση, την αληθινή!

Σε ένα μικρό πλάτωμα σταματάς. Από εδώ ατενίζεις όλο το λιμάνι του Αϊ-Γιώργη κι απέναντί του, το Δεσποτικό. Το ερημονήσι με τη μακρά ιστορία, με το ιερό του Απόλλωνος και την πανελλήνια ακτινοβολία, τους κούρους τους σμιλεμένους σε παριανό μάρμαρο. Σε τούτα τα θαλάσσια στενά κρύβονταν όλα τα υποβρύχια της Αντίστασης, μέχρι πρόσφατα ξέθαβαν οβίδες απ' τον βυθό.

Απαριθμείς σπιτάκια. Λευκούς όγκους στη χρυσή γη. Αλλάζεις «παιχνίδι», ψάχνεις κόλπους, μικρές αμμουδιές φτιαγμένες για δύο. Μαργαρίτες ψηλές, ένα στρωμένο λιβάδι, και στο τέρμα του δρόμου το ομώνυμο εκκλησάκι, το σπίτι του αγωνιστή Σπύρου Τζαβέλα -η μυστική συμμαχική βάση- και το μνημείο της Αντίστασης με τα στερνά, μετρημένα λόγια, τα ειπωμένα λίγο πριν από το τέλος. 
Γάμοι που έχουν γίνει εδώ, βαφτίσεις μέσα στη θάλασσα. Και μετά, γλέντι στον Καπετάν Πιπίνο, πάνω στο κύμα, όπως «πρέπει» σε κάθε αυθεντικό νησί.

Λίγο μακρύτερα, ο μεγάλος Προφήτης Ηλίας στέκει ψηλά, μαζί με τις κεραίες, στην ορεινότερη κορφή. Για 40 χρόνια δεν τον έφτανε δρόμος. Ανοίχτηκε πέρυσι, τον πάτησαν με τη φρέζα. Κι οι κάτοικοι γεμάτοι χαρά, υποσχέθηκαν να τον φροντίζουν. Κατέβασαν και τη σημαία, τη δίπλωσαν προσεκτικά για να μη σχιστεί.

Βλέπεις όλα τα νησιά από αυτόν τον λόφο. Τα Μοναστήρια, τον κάμπο στο Λιβάδι. «Σου πέφτει απ' τα χέρια ένα κρεμμύδι και φυτρώνει, τόσο εύφορος είναι», θυμάσαι να λέει η αντιδήμαρχος Ελένη Βιάζη. Μοιράστηκε μαζί σου τη σχέση της με το νησί. Σε έκανε να το αγαπήσεις. Και όταν μιλάς για την Αντίπαρο, να την προσφωνείς όπως κι αυτή: «το νησί μας».